κιβδηλίας


κιβδηλίας
κιβδηλίᾱς , κιβδηλία
adulteration
fem acc pl
κιβδηλίᾱς , κιβδηλία
adulteration
fem gen sg (attic doric aeolic)
κιβδηλίᾱς , κιβδηλιάω
look like adulterated gold
imperf ind act 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δήμαρχος — Ο αιρετός άρχοντας του δήμου. Στην αρχαία Αθήνα οι δ. εκλέγονταν για έναν χρόνο και ήταν εξουσιοδοτημένοι να συγκαλούν τη συνέλευση των δημοτών και να φροντίζουν για την εκτέλεση των αποφάσεών της, να διαχειρίζονται τα χρήματα του δήμου, να… …   Dictionary of Greek